Showing posts with label essays. Show all posts
Showing posts with label essays. Show all posts

Saturday, October 8, 2011

Μια σύγκριση


Με αφορμή το δοκίμιο της Sylvia Plath "A comparison"

Θα μπορούσε κάποιος να συμφωνήσει ή απλά, με την ίδια ευκολία, να διαφωνήσει με τις σκέψεις της Sylvia Plath. Θα μπορούσε ακόμα να αναρωτηθεί, γι αυτό που η ίδια παρουσιάζει σαν ζήλεια απέναντι σε έναν μυθιστοριογράφο. Ίσως πραγματικά να τον ζηλεύει, ίσως, όμως, αυτός ο εκθειασμός να μην είναι τίποτε άλλο από ένας τρόπος για να αποδειχτεί η υπεροχή τής δικιά της τέχνης.
Κάποιος άλλος θα ισχυριζόταν ότι, ενδεχομένως, τίποτε από τα δύο να μην έχει σημασία, αφού η πραγματική τέχνη δεν καθορίζεται από το μέσο που την παράγει, ούτε καν από τη μορφή μέσω της οποίας ερχόμαστε σε επαφή μαζί της, αλλά από την ικανότητά της να προκαλεί και να δοκιμάζει τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας και ευαισθησίας.
Αποδομώντας το μυθιστορήμα και την ποίηση, μπορούμε να πούμε ότι και τα δύο αποτελούν μορφές άσκησης της τέχνης της γραφής. Όσο λογικό ακούγεται, άλλο τόσο αυθαίρετο και άδικο είναι, και για τα δύο είδη.
Η γοητεία της σύγκρισης βρίσκεται στις διαφορές και το μυθιστόρημα και η ποίηση έχουν πολλές να προσφέρουν.

Από τη μία το μυθιστόρημα. Πληθωρικό, σπάταλο, γεναιόδωρο. Ένα μικρό παιδί που δοκιμάζει και πειραματίζεται χωρίς να φοβάται να κάνει λάθος. Από την άλλη το ποίημα φαντάζει απόμακρο, αυστηρό, προνοητικό. Ένας στρατιώτης που δοκιμάζεται στην πειθαρχία, ένας μοναχός που ερωτεύεται την ασκητική. Οι λέξεις στο ποίημα έχουν μια απαρέκλιτη αποστολή. Ένα αβάσταχτο βάρος και ταυτόχρονα μια ιδεώδη οικονομία, που τη συναντά κανείς μόνο στη μουσική. Αντίστιξη και αρμονία. Τίποτα περιττό σε αυτό το μοναδικό συντάιριασμα των λέξεων. Η δημιουργία σε ενικό αριθμό.

Έτσι αυθαίρετα και το μυθιστόρημα σε αριθμό πληθυντικό. Με την πολυτέλεια του περίσσιου. Με τις πολλές επιλογές και τις άλλες τόσες μετανοήσεις. Ας μη βιαστεί όμως κανείς να το χαρακτηρίσει ως αφελές. Κάθε άλλο. Είναι αυτό που βρίσκεται κοντύτερα στο Λόγο. Αυτό που με τόσο πείσμα φλερτάρει με την αλήθεια. Ακόμα και τη στιγμή που -λόγω της φύσης του- ψεύδεται, η πραγματικότητα είναι πάντα παρούσα. Ένα σωρό πράγματα βρίσκονται εκεί για να διαδώσουν το οικείο, το γνωστό. Μία καρέκλα, ένα πακέτο τσιγάρα, ένα φόρεμα, ένα ραντεβού μία βροχή. Ακόμα και τη στιγμή που αψηφά το χρόνο, το κάνει με όλες τις συμβάσεις. Το χθές ανήκει στον αόριστο, το αύριο στο μέλλον, το σήμερα παραμένει εφήμερο.

Ο χρόνος στην ποίηση είναι ανοίκειος, εμβόλιμος. Πεπερασμένος και άπειρος μαζί. Η αποθέωση της στιγμής.
Η ποίηση αδιαφορεί για την αλήθεια. Κάθε λέξη είναι και μία επίφαση. Δεν έχει σημασία η μορφή αλλά το αδιόρατο σημαινόμενο που αναδύεται μέσα από αυτή.
Η καρέκλα παύει να είναι καρέκλα, η βροχή γίνεται μετέωρη υπόνοια θλίψης και ένα φόρεμα αντί να ντύσει ένα όμορφο σώμα βρίσκεται εκεί για να αποκαλύψει μια αναπόφευκτη απώλεια.

Το μυθιστόρημα έχει υπομονή. Έχει τον χρόνο με το μέρος του. Μπορεί να πολιορκεί τον αναγνώστη περιμένοντας τη στιγμή που εκείνος θα υποταχθεί στη δύναμή του. Το ποίημα έχει μία και μόνο ευκαιρία. Μία και μοναδική επίθεση στις αισθήσεις. Αναπόφευκτα η δομή του θα πρέπει να είναι αιχμηρή, αποτελεσματική. Η δεξιοτεχνία δεν υπηρετεί την καλαισθησία. Αποτελεί ζωτική ανάγκη στην τέχνη της ποίησης.
Ο αφορισμός του λάθους και η αδιαλλαξία του απόλυτου...

Θα τολμούσα να συμπεράνω ότι το μυθιστόρημα είναι ατελές, με την έννοια του ανθρώπινου, ενώ η ποίηση απόμακρη, σε θεϊκή απόσταση από τα ανθρώπινα μέτρα.

Ως άθεο, η ποίηση -όπως και η μουσική- με βάζει στον πειρασμό να κρυφοκοιτάξω από την κλειδαρότρυπα τη θεϊκή υπόσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Και αυτό είναι σκάνδαλο.

Thursday, January 14, 2010

εθνικισμός

ΜΥΘΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΙ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΑ
Τον Μάη του ’68 στο Παρίσι, το πασίγνωστο σύνθημα φαντασία στην εξουσία, εκτός από το να γοητεύει και να ερεθίζει την επαναστατική ορμή των φοιτητών και εργατών, επανατοποθετούσε στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας το κοινωνικό φαντασιακό, ως φορέα του προτάγματος για κοινωνικό μετασχηματισμό. Δύο αιώνες, περίπου, πριν από τα γεγονότα του γαλλικού Μάη, η ανάγκη για ριζικό μετασχηματισμό της ευρωπαϊκής κοινωνίας, στόχευσε στο κοινωνικό φαντασιακό, προκειμένου να δημιουργήσει και να εδραιώσει ισχυρές συλλογικές ταυτότητες, ικανές να αποτελέσουν την ιδεολογική βάση για τη θέσμιση των νεωτερικών εθνικών-κρατών. Ο Hobsbawm, θα χαρακτηρίσει τον εθνικισμό ως «το κλασικό παράδειγμα μιας κουλτούρας ταυτότητας που στηρίζεται πάνω στο παρελθόν μέσω μύθων μεταμφιεσμένων σε ιστορία» (1) και που -θα προσθέσω- γεννά ένα νέο συλλογικό φαντασιακό στην υπηρεσία του εθνικού κράτους.
Μπορεί, η παραπάνω δήλωση να μοιάζει, και εν πολλοίς να είναι, αρκετά απλουστευτική και να αρνείται σκόπιμα πολλές πτυχές του εθνικισμού. Θα έλεγα επίσης, ότι ενδεχομένως να προδιαθέτει αρνητικά (εάν φυσικά τη λάβουμε υπόψη) οποιαδήποτε προσπάθεια μελέτης και κριτικής εκτίμησης του φαινομένου (2). Παρόλα αυτά θεωρώ ότι αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ερμηνεία, που μπορεί σε συνδυασμό με τη μελέτη των συνθηκών-αναγκών που γέννησαν τον εθνικισμό, να εξηγήσει την ευκολία με την οποία αυτός συνυπάρχει και επιβιώνει για περισσότερους από δύο αιώνες με όλες σχεδόν τις πολιτικές ιδεολογίες.

ΑΝΤΙ ΟΡΙΣΜΟΥ
Ίσως θα ήταν δόκιμο, προτού ασχοληθεί κανείς με τις συνθήκες μέσα από τις οποίες γεννήθηκε ο εθνικισμός, να προσπαθήσει να δώσει ένα ορισμό γι’ αυτόν. Θεωρώ όμως, ότι η προσπάθεια ορισμού ενός τόσο σύνθετου φαινομένου θα εξαντλούσε τα όρια της παρούσας εργασίας. Άλλωστε και η ίδια η βιβλιογραφία του εθνικισμού δείχνει να μην έχει εξαντλήσει το θέμα. Έχοντας στο μυαλό μας τη βασική αξίωση του έθνους, για πολιτική έκφραση μέσα από ένα κυρίαρχο κράτος, την οποία τη συναντάμε για πρώτη φορά στη νεωτερικότητα (3), θα αποφύγω οποιαδήποτε άλλη απόπειρα ορισμού του εθνικισμού, ελπίζοντας ότι στο σύνολό της η εργασία θα καταφέρει να σκιαγραφήσει, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το φαινόμενο αυτό.


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΤΙΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ο εθνικισμός γεννιέται ως έκφραση συγκεκριμένων αναγκών της νεωτερικής εποχής και ειδικότερα της δυτικής Ευρώπης. Η Δύση μέσα από μια εντυπωσιακή διαδικασία εκκοσμίκευσης και ενόρασης θα προσπαθήσει η ίδια να δημιουργήσει το πολιτικό, ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα συνθέσει τον κοινωνικό της ιστό, έχοντας ως βασικό πρόταγμα την αυτοδιάθεση των λαών. Το αίτημα αυτό του διαφωτισμού, θα εκφρασθεί με τη Γαλλική Επανάσταση, η οποία θα αποτελέσει την αφετηρία του εθνικισμού ως πολιτική ιδεολογία. Από αυτό το σημείο ξεκινά η οργανωμένη προσπάθεια δημιουργίας, ισχυροποίησης και ιδεολογικής αποδοχής της εθνικής ταυτότητας (4).
Στην ουσία, η ιδέα του εθνικού κράτους και της συλλογικής ταύτισης με αυτό, απαντά στη φύση της νέας κοινωνικής πραγματικότητας. Η εκβιομηχάνιση και η καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας διέρρηξε τους παραδοσιακούς δεσμούς κοινωνικής συνοχής και ανέδειξε νέες ταξικές ανισότητες σε οικονομικό επίπεδο. Έτσι, υπήρξε παραπάνω από απαραίτητη η ύπαρξη μιας ισχυρής συλλογικής ταυτότητας που θα αφομοίωνε τις ανισότητες αυτές. Στο έθνος -ως πολιτική οντότητα- η αστική τάξη θα προβάλλει τις φιλοδοξίες της και θα δει σε αυτό, τον νέο πόλο συσπείρωσης των πρώην υπηκόων και νυν πολιτών του κράτους (5). Η ιδέα του πολίτη, που πέρα από φυλετικές ή πολιτισμικές προκαταλήψεις ενστερνίζεται οικειοθελώς το εθνικό ιδεώδες, αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό ενός φιλελεύθερου πολιτικού εθνικισμού. Όπως αναφέρει και ο Δεμερτζής (6), «ο εθνικισμός ήρθε στο προσκήνιο ως πολιτικός εθνικισμός».

ΕΘΝΙΚΟ «ΠΝΕΥΜΑ»
Εάν η Γαλλική Επανάσταση γέννησε τον πολιτικό εθνικισμό, τότε τον πολιτισμικό ή εθνοτικό εθνικισμό τον γέννησε η... Γαλλική Επανάσταση. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, ο πολιτισμικός εθνικισμός γεννήθηκε ως απάντηση στη Γαλλική Επανάσταση και στον επεκτατισμό της Ναπολεόντειας Αυτοκρατορίας. Με γεωγραφική αφετηρία τη Γερμανία αναπτύχθηκε, από το τέλος του 18ου αιώνα, μία εθνική συνείδηση που στηρίχθηκε στην ιδέα ενός έθνους προσδιορισμένο ιστορικά και όχι πολιτικά, το οποίο οικοδομείται στη βάση μια καθαρής φυλετικής ομοιογένειας και ενός μοναδικού ιστορικού παρελθόντος. Η αίσθηση της διακύβευσης της πολιτισμικής ενότητας της Γερμανίας από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά και από τις ήττες από τον Ναπολέοντα στις αρχές του 19ου αιώνα, γέννησαν το εθνικό πνεύμα (Herder 1744-1803) και ένδυσαν τη συλλογική ταυτότητα με την ιδέα του μοναδικού έθνους.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Διαπιστώσαμε ότι η ιδεολογία του εθνικισμού γεννήθηκε κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και απάντησε σε ανάγκες της νεωτερικής κοινωνίας. Είναι όμως αυτές οι συνθήκες ικανές να πραγματώσουν και να εδραιώσουν ένα εθνικό κράτος; Θα έλεγα ότι πριν απ’ όλα, χρειάζεται ένα σύνολο από προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη μετουσίωση της εθνικιστικής ιδεολογίας σε πολιτική πράξη. «Οι διανοούμενοι μπορούν να ‘επινοήσουν’ εθνικές κοινότητες, μόνο αν υπάρχουν ήδη συγκεκριμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις για το σχηματισμό ενός έθνους» (7). Δεν θα επεκταθώ στην ανάλυση αυτών των προϋποθέσεων, αλλά επιγραμματικά θα αναφέρω ότι στη Δύση μέσα από μια μακρά πορεία μετασχηματισμού, (Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, Διαφωτισμός) και προτού τη γέννηση των εθνικών κρατών, είχαν διαμορφωθεί οι οικονομικό-τεχνικές εξελίξεις (εμπόριο, τυπογραφία) καθώς και οι κρατικές δομές (γραφειοκρατικός μηχανισμός, υποχρεωτική στράτευση και κυρίως μία θεσμισμένη δημόσια εκπαίδευση με κορωνίδα το ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο) που λειτούργησαν ως ιστορικές προϋποθέσεις αλλά και ως μέσα επίτευξης και εδραίωσης του εθνικισμού. Ήταν με λίγα λόγια αυτές που δημιούργησαν το αντικείμενο της εθνικής συνείδησης.

ΤΟ ΠΡΟΤΕΡΗΜΑ ΤΗΣ ΑΣΑΦΕΙΑΣ

Ο εθνικισμός ως κίνημα εκφράστηκε (είτε απελευθερωτικά είτε αποσχιστικά) μέσα από τις μεγάλες πολιτικές επαναστάσεις του 1789-1848. Σε αυτό το διάστημα έχει καταφέρει να επιδείξει μία σχετικά συμπαγή ιδεολογία θέτοντας το εθνικό κράτος (8) ως την ύπατη μορφή κυριαρχίας στη βάση της λαϊκής βούλησης. Όμως, ο εθνικισμός δεν υπήρξε πάντα προοδευτικός. Από τη στιγμή της εδραίωσης των εθνικών κρατών, ξεκινά -όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο Heywood- ο σχιζοφρενικός πολιτικός του χαρακτήρας, και η σύνδεσή του με όλες σχεδόν (9) τις μεγάλες ιδεολογικές παραδόσεις (10). Οι διάφορες τυπολογίες του εθνικισμού, που αναπτύχθηκαν και αναπτύσσονται μέχρι τις μέρες μας (συντηρητικός, μετά-αποικιακός, επεκτατικός, αντιδυτικός, φονταμενταλιστικός κ.λπ.) μαρτυρούν αφενός την εξαιρετική του ικανότητα να εκδηλώνεται σε πολλαπλά επίπεδα και αφετέρου αποκαλύπτουν τον υποκειμενικό του χαρακτήρα και το ρευστό ιδεολογικό του περιεχόμενο. Η εγγενής του αδυναμία να ορίσει ακριβώς την έννοια του έθνους (11), αλλά και να διαυγάσει «[...] τον τρόπο με τον οποίο ένα έθνος θα διεκδικήσει το κράτος του [...]» (12) τον καθιστούν ευάλωτο σε παρερμηνείες (13) και ταυτόχρονα ανθεκτικό και ευέλικτο. Χωρίς σαφή ιδεολογικά όρια και περιορισμούς, το νοηματικό περιεχόμενο του εθνικισμού προσαρμόζεται με ευκολία και συνυπάρχει τόσο με συντηρητικά αλλά και προοδευτικά πολιτικά σχήματα, όσο και με δημοκρατικά αλλά και αυταρχικά στοιχεία.

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ

Αντικειμενικός στόχος του εθνικισμού είναι η νομιμοποίηση της εξουσίας της διακυβέρνησης. Από τη στιγμή που το κράτος αποτελεί κοινό τόπο της πολιτικής οργάνωσης -από τη νεωτερικότητα μέχρι και σήμερα- γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η εθνική συνείδηση αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο όλων των σύγχρονων κοινωνιών. Το νεωτερικό κράτος ανέλαβε να οργανώσει, να συνενώσει και να χειραγωγήσει τις τοπικές κοινότητες της επικράτειάς του. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια του έθνους αντιπροσωπεύει τους φυσικούς δεσμούς μεταξύ των πολιτών του κράτους και αφομοιώνει όλες τις επιμέρους ταυτότητες προς όφελος της εθνικής συνείδησης. Το εθνικό κράτος αποκτά έναν ιερό χαρακτήρα, γίνεται το πολιτικό επέκεινα και μετατρέπεται σε μια πολιτική θρησκεία. Θα έλεγα, ότι έπειτα από τον εξοστρακισμό της θρησκείας (14) από το πολιτικό προσκήνιο, το έθνος γίνεται το άλλοθι της εξουσίας. Η υπερβατική ιδέα του εθνικού κράτους ενισχύει τους φυσικούς δεσμούς αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών του και κάνει ευκολότερο το έργο της διακυβέρνησης. Έτσι, το σύγχρονο εθνικό κράτος, ως κυρίαρχη μορφή πολιτικής οργάνωσης, θα συνυπάρξει με όλα τα πολιτικά συστήματα.

Η ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Ο εθνικισμός αφορά στην ταυτότητα. Τα επιχειρήματα του εθνικισμού απαντούν σε μια βασική ψυχολογική ανάγκη του ατόμου -αυτή της αίσθησης του ανήκειν- προκειμένου να δημιουργήσουν ένα ισχυρό συλλογικό φαντασιακό. Οι εθνικές ταυτότητες προσφέρουν στα άτομα την «(ψευδ)αίσθηση της συνέχειας και ικανοποίησης» (15) μέσα από ένα ένδοξο παρελθόν, μέσα από -συχνά κατασκευασμένους μύθους- που στοχεύουν στην ικανοποίηση του ατομικού ασυνείδητου. Το συλλογικό πεπρωμένο αφενός ενισχύει την πατριωτική αφοσίωση και αφετέρου δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην αφηρημένη έννοια του έθνους. Η συναισθηματική δύναμη της εθνικιστικής ιδεολογίας, η οποία ενισχύεται από προδιαθέσεις, και πρωτογενή συναισθήματα του ατομικού ασυνειδήτου, εξηγεί κι αυτή με τη σειρά της την επιτυχή ενσωμάτωση του εθνικισμού στις διάφορες πολιτικές ιδεολογίες.

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ
Τους τελευταίους δύο αιώνες ο εθνικισμός, σε όλες του τις εκφάνσεις, αποτέλεσε τον κυρίαρχο μηχανισμό δημιουργίας ισχυρών ταυτοτήτων στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Πέρα από τις επί μέρους εκφράσεις του, μπορούμε να διακρίνουμε τρία βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το φαινόμενο του εθνικισμού στο σύνολό του. Πρώτα απ’ όλα το έθνος οφείλει να διεκδικεί την πολιτική του έκφραση μέσα από το δικό του κράτος. Το εθνικό κράτος προτάσσει τις δικές του αξίες έναντι οποιουδήποτε άλλου συμφέροντος και τέλος το έθνος αποτελεί μία υπερβατική οντότητα με αναλλοίωτα στο χρόνο χαρακτηριστικά. Έχοντας μελετήσει το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε ο εθνικισμός, διαπιστώνουμε ότι τα παραπάνω χαρακτηριστικά απάντησαν σε συγκεκριμένες ανάγκες της νεωτερικής κοινωνίας και προσδιόρισαν ιδεολογικά το νεωτερικό αίτημα της αυτοθέσμισης των δυτικών κοινωνιών.
Αν θελήσουμε να εξηγήσουμε την εντυπωσιακή ικανότητα του εθνικισμού, να επιβιώνει και να συνυπάρχει με άλλες ιδεολογικές παραδόσεις, θα διαπιστώσουμε ότι ο εθνικισμός ξεπέρασε τα όρια της πολιτικής ιδεολογίας. Το βασικό του πρόταγμα, το εθνικό κράτος, αποτέλεσε μία φαντασιακή επινόηση με ισχυρό συναισθηματικό έρεισμα και εξελίχθηκε σε μία πολιτική θρησκεία. Οι φορείς του εθνικισμού (διανοούμενοι, εθνικά κινήματα και κόμματα) δεν αναλώθηκαν σε μια δογματική υπεράσπιση της ιδεολογίας τους, αλλά αφοσιώθηκαν στην κατασκευή της φαντασιακής υπόστασης του εθνικού κράτους και στη δημιουργία μιας ισχυρής συλλογικής ταυτότητας.
Σε αυτό το σημείο, θα τολμήσω να συμφωνήσω με τον Hobsbawm που -όπως έγραψα στην εισαγωγή της εργασίας- αναφερόμενος στον εθνικισμό, μίλησε για μια κουλτούρα ταυτότητας και για μύθους μεταμφιεσμένους σε ιστορία. Ο εθνικισμός πέρα από πολιτικό φαινόμενο, αποτέλεσε και αποτελεί ένα ισχυρό κοινωνικό φαινόμενο που δημιούργησε τον δικό του μύθο και«ανάγκασε» το σύνολο των πολιτικών ιδεολογιών, να «πατήσουν» επάνω σε αυτόν, προκειμένου να νομιμοποιήσουν τους δικούς τους μηχανισμούς εξουσίας.
Όπως, άλλωστε, έκανε και η ίδια η ιδεολογία του εθνικισμού.


(1) Eric Hobsbawm, Για την Ιστορία, Αθήνα 1998, σ. 324
(2) Έχει επιλεγεί σκόπιμα ο όρος φαινόμενο, θεωρώντας αντιπροσωπεύει τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του εθνικισμού ως ιδεολογία, πολιτική θεωρία, Λόγος, συναίσθημα κ.λπ.
(3) Νέλλη Ψαρρού, Εθνική Ταυτότητα στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, Αθήνα 2005, σ. 153
(4) Άλκης Ρήγος, Πανεπιστήμιο Ιδεολογικός Ρόλος και Λόγος – Από το Μεσαίωνα στη Νεωτερικότητα, Αθήνα 2000, σ. 159
(5) Είναι πολύ σημαντικό σε αυτό το σημείο να τονίσουμε ότι η ύπαρξη του νεωτερικού κράτους στη δυτική Ευρώπη είναι πρότερη της εθνικιστικής ιδεολογίας και είναι αυτό που συμβάλλει στη δημιουργία και ανάδειξη του εθνικισμού. (Ψαρρού, ό.π., σ. 104)
(6) Νίκος Δεμερτζής, Ο Λόγος του Εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σ. 228
(7) Ρήγος, ό.π., σ. 162
(8) Η δημιουργία των εθνικών κρατών άρχισε μαζικά τον 14ο αιώνα (Ψαρρού, ό.π., σ. 97)
(9) Εξαίρεση αποτελεί ο αναρχισμός μιας και είναι η ιδεολογία που αρνείται τη βασική παραδοχή του εθνικισμού: την έννοια του κράτους.
(10) Andrew Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, Αθήνα 2007, σ. 292
(11) Κάθε ορισμός του έθνους στη βάση της φυλής, της θρησκείας, της ιστορικής συνέχειας, της κοινής γλώσσας και κουλτούρας μέσα σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική επικράτεια, καταλήγει χωρίς περιεχόμενο, αφού στην πράξη είναι προφανές ότι δεν μπορούν να υπάρξουν αμιγώς καθαρά εθνικά κράτη.
(12) Ψαρρού, ό.π., σ. 101
(13) «[το έθνος] Παραδόθηκε στην πειρατεία πολλών διαφορετικών και απροσδόκητων χειρισμών» (Δεμερτζής, ό.π., σ. 216)
(14) Ο εθνικισμός δεν απαξιώνει τη θρησκεία. Η θρησκεία αποτέλεσε και αποτελεί βασικό παράγοντα ενδυνάμωσης της εθνικής ταυτότητας.
(15) Ψαρρού, ό.π., σ. 101



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

· Ν. Δεμερτζής, Ο Λόγος του Εθνικισμού – αμφίσημο σημασιολογικό πεδίο και σύγχρονες τάσεις, ΣΑΚΟΥΛΑΣ, Αθήνα-Κομοτηνή 1996

· Σπ. Μαρκέτος, Εισαγωγή στη Μελέτη των Πολιτικών Ιδεολογιών – Εγχειρίδιο Μελέτης – Ευρωπαϊκά Ιδεολογικά Ρεύματα κατά το β’ μισό του 20ου αιώνα κατά τη Μετα-σοβιετική Περίοδο – Δημιουργία και Εξέλιξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,Τόμος Α’, ΕΑΠ, Πάτρα 2002

· ΑΛΚΗΣ ΡΗΓΟΣ, Πανεπιστήμιο Ιδεολογικός Ρόλος και Λόγος – Από το Μεσαίωνα στη Νεωτερικότητα, ΠΑΠΑΖΗΣΗ, Αθήνα 2000

· Ν. Ψαρρού, Εθνική Ταυτότητα στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης, GUTENBERG, Αθήνα 2005

· A. Heywood, Πολιτικές Ιδεολογίες, μτφρ. Χ. Κουτρής, ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ, Θεσσαλονίκη 2007

· Ε. Hobsbawm, Για την Ιστορία, μτφρ. Παρ. Μάταλας, ΘΕΜΕΛΙΟ, Αθήνα 1998

· Ε. Hobsbawm, H εποχή των Επαναστάσεων 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002

· W. Kymlicka, Η πολιτική Φιλοσοφία της Εποχής μας, μτφρ. Γρ. Μολυβάς, ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2005